| Πριν
300 χρόνια οι άνθρωποι στις ποικίλες καθημερινές δραστηριότητές τους,
όπως, λόγου χάρη, τη μεταφορά αντικειμένων και επιβατών, το όργωμα ή
την άντληση νερού, στηρίζονταν αποκλειστικά στη μυϊκή δύναμή τους και
στο ζέψιμο των ζώων σε συνδυασμό με απλά εργαλεία και μηχανές. Το ξύλο για χιλιάδες χρόνια ήταν η πρώτη ύλη για την παραγωγή ξυλοκάρβουνου, που με τη σειρά του οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν στη μεταλλουργία και στην παρασκευή προϊόντων κεραμοποιίας, πλινθοποιίας κ.ά. Καθώς τα αποθέματα ξυλείας ολονέν και ελαττώνονταν, οι άνθρωποι στράφηκαν προς τα ορυκτά καύσιμα με την εξόρυξη άνθρακα, που από το 13ο αιώνα έγινε εμπορεύσιμο είδος.
Από το 18ο αιώνα οι άνθρωποι με την επινόηση της ατμομηχανής άρχισαν να χρησιμοποιούν ενέργεια από τον ατμό. Ο ατμός μπορούσε να θέσει σε κίνηση μηχανήματα σε εργοστάσια υφαντουργίας και χαρτοποιίας, αλευρόμυλους, σιδηρουργεία, διώρυγες, αντλιοστάσια ύδρευσης, να επεκτείνει τις σιδηροδρομικές και τις θαλάσσιες μεταφορές Με την επέκταση της χρήσης ατμομηχανών η εξόρυξη άνθρακα επιταχύνθηκε ακόμα περισσότερο. Από το μέσο του 19ου αιώνα οι ανάγκες για νέες πηγές ενέργειας και αξιοποίησης των ήδη γνωστών αυξήθηκε μετά την εφεύρεση μηχανών εσωτερικής καύσης, δηλαδή του βενζινοκινητήρα και της πετρελαιομηχανής. Από τότε ήλθε στο προσκήνιο και αναπτύχθηκε ραγδαία και σταθερά η βιομηχανία εξόρυξης, διύλισης και εμπορίας ενός ακόμα ορυκτού καυσίμου, του πετρελαίου (και των προϊόντων του). Από την αρχή του 20ού
αιώνα έως σήμερα οι βιομηχανικές κοινωνίες χρειάζονται όλο και περισσότερη
ενέργεια για τη λειτουργία των εργοστασίων, για οικιακή χρήση, για τις
μεταφορές. Το 90% περίπου αυτής της ενέργειας προέρχεται από την καύση
πετρελαίου, άνθρακα και φυσικού αερίου, που είναι και τα κύρια καύσιμα
των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ισχύος.
Τα σημερινά ορυκτά καύσιμα, άνθρακας, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, σχηματίστηκαν στο υπέδαφος πριν εκατομμύρια χρόνια από την αποσύνθεση χερσαίων και θαλάσσιων φυτών και μικροοργανισμών. Όμως τα αποθέματα της
Γης σε ορυκτά καύσιμα είναι περιορισμένα και ο ρυθμός σχηματισμού τους
είναι εξαιρετικά αργός. Έτσι, με το σημερινό ρυθμό κατανάλωσής τους,
οι επιστήμονες εκτιμούν ότι, πιθανόν, υπάρχουν αποθέματα άνθρακα για
να επόμενα 300 χρόνια και πετρελαίου για τα επόμενα περίπου 100 χρόνια
(ή κάτι τέτοιο). Επιπροσθέτως τα ορυκτά καύσιμα έχουν υψηλό περιβαλλοντικό
κόστος, επειδή κατά την καύση τους ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα. Πλέον, ο εναλλακτικός τρόπος είναι η ασφαλής χρήση της πυρηνικής ενέργειας, αφού 30 g ουρανίου παρέχουν ποσότητα ηλεκτρικής ισχύος ισοδύναμης με την καύση 3,5 με 9 τόνων, ανάλογα με την ποιότητα, άνθρακα, αλλά και την επικινδυνότητα να συμβεί πυρηνικό ατύχημα. Και πιο μελλοντικά, η άφθονη και ανεξάντλητη ενέργεια από την πυρηνική σύντηξη (το ισότοπο του υδρογόνου δευτέριο υπάρχει σε σημαντικές ποσότητες στο θαλασσινό νερό και τα ραδιενεργά της κατάλοιπα είναι περιορισμένα). Σήμερα υπάρχουν και λειτουργούν
περίπου 900 πυρηνικοί αντιδραστήρες σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτοί περιλαμβάνουν:
|