ΦΥΛΛΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ - Μαθαίνω τους ΧΑΡΤΕΣ

Εκτύπωση: 9 απο 17

 

ΚΕΙΜΕΝΟ Γ

Η περιπλάνησή μας μέσα στους πετρώδεις κι ανηφορικούς δρομάκους του Μυστρά συνέχισε το παραμύθι, αντί να διαλύσει τη μαγεία του. Γιατί όλα ήταν σιγή, φως και λουλούδια που έπνιγαν τα πάντα. Γέμιζαν τις μεγάλες τρύπες των χαλασμάτων, στόλιζαν τις αυλές, σκαρφάλωναν στις επάλξεις των τειχών και συνωστίζονταν στο πέρασμά μας σαν ένας χαρωπός μικροσκοπικός λαός. Το μάτια μας άφηναν τα λουλούδια για να προσέξουν άλλα λουλούδια, μαρμάρινα αυτά, σκαλισμένα σε μια πόρτα, σ’ ένα μπαλκόνι, σ’ ένα παράθυρο βυζαντινού σπιτιού.
Πηγαίναμε όπου μας πήγαιναν τα μονοπάτια, σταματώντας στις εκκλησίες που αποτελούν τα αξιοθέατα του Μυστρά. Είναι πολλές και τόσο τρυφερά ωραίες, που θα ‘θελε κανείς να τις χαϊδέψει. Όλες έχουν το εξωτερικό τους άθικτο. Σκορπισμένες εδώ κι εκεί, βάζουν, στην ομοιοχρωμία των ερειπίων, μερικές νότες πρόσχαρες και γλυκές, με τα κόκκινα κεραμίδια των τρούλων τους που έχουν πάρει με τον καιρό το χρώμα από μαραμένα τριαντάφυλλα. Καμιά δε μοιάζει με την άλλη, όλες τους όμως έχουν τόσο λεπτές και αρμονικές διαστάσεις, που απορεί πώς οι Βυζαντινοί, που απεικονίζουν στις τοιχογραφίες τους τους Θεούς και τους αγίους τόσο στυγνούς και βλοσυρούς, τους έχτισαν ναούς έτσι γλυκούς και χαριτωμένους. Μικρές όλες τους, με τρούλους ανάλαφρους, με λεπτούς μαρμάρινους κίονες στις αψίδες των παραθύρων, με προσόψεις εξαίσια διακοσμημένες, φέρνουν στο νου τις μεσαιωνικές εκείνες ανάγλυφες κασετίνες, τις επίχρυσες και σμαλτωμένες, όπου οι αρχόντισσες φύλαγαν τα κοσμήματά τους. Το εσωτερικό των περισσότερων είναι κατεστραμμένο, οι θαυμάσιες τοιχογραφίες έχουν μισοσβησθεί, χόρτα έχουν φυτρώσει εκεί όπου άλλοτε ήταν μαρμάρινο δάπεδο με ψηφιδωτά, κι ο τρούλος είναι συχνά τρύπιος στην κορφή του: το γαλάζιο όμως του ουρανού, που φαίνεται από το άνοιγμα, είναι τόσο φωτεινό κι έχει τόση ευαγγελικότητα, που οι έρημες εκκλησιές διατηρούν- κι έτσι χαλασμένες, κι έτσι αλειτούργητες- όλη τους την παλιά θρησκευτική ατμόσφαιρα.
Από τις εκκλησίες του Μυστρά, δύο εξακολουθούν ίσαμε σήμερα να χρησιμοποιούνται για τη λατρεία: η Μητρόπολη κι η Παντάνασσα, που τις φρουρούν ψηλά κι ακίνητα κυπαρίσσια. Αλλά κι αυτές έχουν κάτι το σταματημένο στην παλιά εποχή. Στη δεύτερη μάλιστα βρήκαμε δυο μοναχές, δυο αδελφές, που ήταν σαν να ‘ρχονταν προς εμάς από τα βάθη των αιώνων. Μας βεβαίωσαν ότι ανήκαν-ούτε λίγο, ούτε πολύ- στην περίφημη φλωρεντινή οικογένεια των Μεδίκων, και μας το…απόδειξαν εξηγώντας μας ότι το ελληνικό τους όνομα-λέγονταν Γιατράκου-ήταν πιστή μετάφραση του λατινικού Medicis! Αποτραβηγμένες από τον κόσμο μέσα στη μεσαιωνική Παντάνασσα, μας μίλησαν για τον ιδρυτή της σα να ‘χε μόλις πεθάνει, και μας έδωσαν πλήθος πληροφορίες-μπερδεμένες και κατά το μεγαλύτερο μέρος φανταστικές-για το παρελθόν του Μυστρά. Η μια μάλιστα, η πιο φλύαρη, είχε συγγράψει και σχετική μονογραφία, γεμάτη, κυρίως, από φριχτές ασυνταξίες.

Απόσπασμα
Κ.Ουράνης, ‘Ταξίδια στην Ελλάδα’